σμαρίδα

σμαρίδα
[-ίς (-ίδος)] η
1) мелкая рыбёшка; камса; 2) перен. мелюзга, детвора

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Смотреть что такое "σμαρίδα" в других словарях:

  • σμαρίδα — η / σμαρίς, ίδος, ΝΑ η μαρίδα. [ΕΤΥΜΟΛ. Λ. άγνωστης ετυμολ., πιθ. μεσογειακής προέλευσης (πρβλ. και λ. μαρίδα)] …   Dictionary of Greek

  • σμαρίδα — η βλ. μαρίδα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σμαρίδα — σμαρίς Smaris vulgaris fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μαρίδα — Κοινή ονομασία περκόμορφων ψαριών του γένους Spicara της οικογένειας των κεντρακανθιδών. Πρόκειται για ψάρια μικρού μεγέθους, μέχρι 20 εκ., με επίμηκες και πλευρικά πεπιεσμένο σώμα. Στις ελληνικές θάλασσες, αλιεύονται η κοινή μαρίδα (Spicara… …   Dictionary of Greek

  • μαρίδα — η 1. είδος μικρού θαλασσινού ψαριού, η σμαρίδα. 2. μτφ., πλήθος από μικρά παιδιά, παιδολόι: Η μαρίδα έπαιζε στην αυλή του σχολείου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»